αραχνιάζω
Greek
Etymology
From Byzantine Greek ἀραχνιάζω (arakhniázō), from ἀράχνη (arákhnē, “spider”) + -άζω (-ázō).
Pronunciation
- IPA(key): /aɾaˈxɲazo/
- Hyphenation: α‧ρα‧χνιά‧ζω
Verb
αραχνιάζω • (arachniázo) (simple past αράχνιασα, passive αραχνιάζομαι)
- (intransitive) become covered in cobwebs, fill with cobwebs (usually through disuse or abandonment)
- Το σπίτι έμεινε άδειο τον χειμώνα και αράχνιασε. ― To spíti émeine ádeio ton cheimóna kai aráchniase. ― The house stayed empty during the winter and filled with cobwebs.
-
Conjugation
αραχνιάζω
| Present → | Imperfect → | Continuous future → | Continuous subjunctive → | Imperative → | |
| 1s | αραχνιάζω | αράχνιαζα | θα αραχνιάζω | να αραχνιάζω | |
| 2s | αραχνιάζεις | αράχνιαζες | θα αραχνιάζεις | να αραχνιάζεις | αράχνιαζε |
| 3s | αραχνιάζει | αράχνιαζε | θα αραχνιάζει | να αραχνιάζει | |
| 1p | αραχνιάζουμε, αραχνιάζομε | αραχνιάζαμε | θα αραχνιάζουμε, αραχνιάζομε | να αραχνιάζουμε, αραχνιάζομε | |
| 2p | αραχνιάζετε | αραχνιάζατε | θα αραχνιάζετε | να αραχνιάζετε | αραχνιάζετε |
| 3p | αραχνιάζουν, αραχνιάζουνε | αράχνιαζαν, αραχνιάζαν, αραχνιάζανε | θα αραχνιάζουν, αραχνιάζουνε | να αραχνιάζουν, αραχνιάζουνε | |
| Dependent † | Simple past → | Simple future → | Simple subjunctive → | Imperative → | |
| 1s | αραχνιάσω | αράχνιασα | θα αραχνιάσω | να αραχνιάσω | |
| 2s | αραχνιάσεις | αράχνιασες | θα αραχνιάσεις | να αραχνιάσεις | αράχνιασε |
| 3s | αραχνιάσει | αράχνιασε | θα αραχνιάσει | να αραχνιάσει | |
| 1p | αραχνιάσουμε, αραχνιάσομε | αραχνιάσαμε | θα αραχνιάσουμε, αραχνιάσομε | να αραχνιάσουμε, αραχνιάσομε | |
| 2p | αραχνιάσετε | αραχνιάσατε | θα αραχνιάσετε | να αραχνιάσετε | αραχνιάστε |
| 3p | αραχνιάσουν, αραχνιάσουνε | αράχνιασαν, αραχνιάσαν, αραχνιάσανε | θα αραχνιάσουν, αραχνιάσουνε | να αραχνιάσουν, αραχνιάσουνε | |
| Perfect → | Pluperfect → | Future perfect → | Subjunctive → | ||
| 1s | έχω αραχνιάσει | είχα αραχνιάσει | θα έχω αραχνιάσει | να έχω αραχνιάσει | |
| 2s | έχεις αραχνιάσει | είχες αραχνιάσει | θα έχεις αραχνιάσει | να έχεις αραχνιάσει | έχε αραχνιασμένο |
| 3s | έχει αραχνιάσει | είχε αραχνιάσει | θα έχει αραχνιάσει | να έχει αραχνιάσει | |
| 1p | έχουμε αραχνιάσει | είχαμε αραχνιάσει | θα έχουμε αραχνιάσει | να έχουμε αραχνιάσει | |
| 2p | έχετε αραχνιάσει | είχατε αραχνιάσει | θα έχετε αραχνιάσει | να έχετε αραχνιάσει | έχετε αραχνιασμένο |
| 3p | έχουν αραχνιάσει | είχαν αραχνιάσει | θα έχουν αραχνιάσει | να έχουν αραχνιάσει | |
| Alternative* perfect: | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) αραχνιασμένο | ||||
| pluperfect: | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) αραχνιασμένο | ||||
| future perfect: | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) αραχνιασμένο | ||||
| subjunctive: | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) αραχνιασμένο | ||||
| Participle: | αραχνιάζοντας | Non-finite ‡ | αραχνιάσει | 35, 1a | |
| This table is templatised, some forms shown may be rare or non-existent. Multiple forms are usually shown in order of reducing frequency. † The dependent is not used alone, it is used to form future simple, perfective subjunctive and other forms. ‡ The non-finite or aorist infinitive form is the same as the 3rd person singular dependent form, used with the auxiliary verb έχω (écho) it produces perfect tense forms. | |||||
Synonyms
- πιάνω αράχνες (piáno aráchnes, “to become covered with spiders' webs”)
This article is issued from
Wiktionary.
The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike.
Additional terms may apply for the media files.