υπογράφω
See also: ὑπογράφω
Greek
Verb
υπογράφω • (ypográfo) (simple past υπέγραψα, υπόγραψα, passive υπογράφομαι)
- sign, put signature to
- (journalism) add byline
Conjugation
υπογράφω
| Present → | Imperfect → | Continuous future → | Continuous subjunctive → | Imperative → | |
| 1s | υπογράφω | υπέγραφα, υπόγραφα | θα υπογράφω | να υπογράφω | |
| 2s | υπογράφεις | υπέγραφες, υπόγραφες | θα υπογράφεις | να υπογράφεις | υπόγραφε |
| 3s | υπογράφει | υπέγραφε, υπόγραφε | θα υπογράφει | να υπογράφει | |
| 1p | υπογράφουμε, υπογράφομε | υπογράφαμε | θα υπογράφουμε, υπογράφομε | να υπογράφουμε, υπογράφομε | |
| 2p | υπογράφετε | υπογράφατε | θα υπογράφετε | να υπογράφετε | υπογράφετε |
| 3p | υπογράφουν, υπογράφουνε | υπέγραφαν, υπογράφαν, υπογράφανε, υπόγραφαν | θα υπογράφουν, υπογράφουνε | να υπογράφουν, υπογράφουνε | |
| Dependent † | Simple past → | Simple future → | Simple subjunctive → | Imperative → | |
| 1s | υπογράψω | υπέγραψα, υπόγραψα | θα υπογράψω | να υπογράψω | |
| 2s | υπογράψεις | υπέγραψες, υπόγραψες | θα υπογράψεις | να υπογράψεις | υπόγραψε |
| 3s | υπογράψει | υπέγραψε, υπόγραψε | θα υπογράψει | να υπογράψει | |
| 1p | υπογράψουμε, υπογράψομε | υπογράψαμε | θα υπογράψουμε, θα υπογράψομε | να υπογράψουμε, να υπογράψομε | |
| 2p | υπογράψετε | υπογράψατε | θα υπογράψετε | να υπογράψετε | υπογράψετε, υπογράψτε |
| 3p | υπογράψουν, υπογράψουνε | υπέγραψαν, υπογράψανε, υπόγραψαν | θα υπογράψουν, θα υπογράψουνε | να υπογράψουν, να υπογράψουνε | |
| Perfect → | Pluperfect → | Future perfect → | Subjunctive → | ||
| 1s | έχω υπογράψει | είχα υπογράψει | θα έχω υπογράψει | να έχω υπογράψει | |
| 2s | έχεις υπογράψει | είχες υπογράψει | θα έχεις υπογράψει | να έχεις υπογράψει | |
| 3s | έχει υπογράψει | είχε υπογράψει | θα έχει υπογράψει | να έχει υπογράψει | |
| 1p | έχουμε υπογράψει | είχαμε υπογράψει | θα έχουμε υπογράψει | να έχουμε υπογράψει | |
| 2p | έχετε υπογράψει | είχατε υπογράψει | θα έχετε υπογράψει | να έχετε υπογράψει | |
| 3p | έχουν υπογράψει | είχαν υπογράψει | θα έχουν υπογράψει | να έχουν υπογράψει | |
| Participle: | υπογράφοντας | Non-finite ‡ | υπογράψει | 122, 1d | |
| This table is templatised, some forms shown may be rare or non-existent. Multiple forms are usually shown in order of reducing frequency. † The dependent is not used alone, it is used to form future simple, perfective subjunctive and other forms. ‡ The non-finite or aorist infinitive form is the same as the 3rd person singular dependent form, used with the auxiliary verb έχω (écho) it produces perfect tense forms. | |||||
This article is issued from
Wiktionary.
The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike.
Additional terms may apply for the media files.