αγωνιστικός
Greek
Adjective
αγωνιστικός • (agonistikós) m (feminine αγωνιστική, neuter αγωνιστικό)
Declension
positive forms of αγωνιστικός
| number case / gender |
singular | plural | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
| nominative | αγωνιστικός | αγωνιστική | αγωνιστικό | αγωνιστικοί | αγωνιστικές | αγωνιστικά |
| genitive | αγωνιστικού | αγωνιστικής | αγωνιστικού | αγωνιστικών | αγωνιστικών | αγωνιστικών |
| accusative | αγωνιστικό | αγωνιστική | αγωνιστικό | αγωνιστικούς | αγωνιστικές | αγωνιστικά |
| vocative | αγωνιστικέ | αγωνιστική | αγωνιστικό | αγωνιστικοί | αγωνιστικές | αγωνιστικά |
| derivations | comparative: πιο (pio) + positive forms (e.g. πιο αγωνιστικός, etc.) relative superlative: definite article + πιο (pio) + positive forms (e.g. ο πιο αγωνιστικός (o pio agonistikós), etc.) | |||||
degrees of comparison by suffixation
| comparative | singular | plural | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
| nominative | αγωνιστικότερος | αγωνιστικότερη | αγωνιστικότερο | αγωνιστικότεροι | αγωνιστικότερες | αγωνιστικότερα |
| genitive | αγωνιστικότερου | αγωνιστικότερης | αγωνιστικότερου | αγωνιστικότερων | αγωνιστικότερων | αγωνιστικότερων |
| accusative | αγωνιστικότερο | αγωνιστικότερη | αγωνιστικότερο | αγωνιστικότερους | αγωνιστικότερες | αγωνιστικότερα |
| vocative | αγωνιστικότερε | αγωνιστικότερη | αγωνιστικότερο | αγωνιστικότεροι | αγωνιστικότερες | αγωνιστικότερα |
| derivations | relative superlative: ο + comparative forms (eg "ο αγωνιστικότερος", etc) | |||||
| absolute superlative | singular | plural | ||||
| masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
| nominative | αγωνιστικότατος | αγωνιστικότατη | αγωνιστικότατο | αγωνιστικότατοι | αγωνιστικότατες | αγωνιστικότατα |
| genitive | αγωνιστικότατου | αγωνιστικότατης | αγωνιστικότατου | αγωνιστικότατων | αγωνιστικότατων | αγωνιστικότατων |
| accusative | αγωνιστικότατο | αγωνιστικότατη | αγωνιστικότατο | αγωνιστικότατους | αγωνιστικότατες | αγωνιστικότατα |
| vocative | αγωνιστικότατε | αγωνιστικότατη | αγωνιστικότατο | αγωνιστικότατοι | αγωνιστικότατες | αγωνιστικότατα |
Related terms
- αγωνιστικά (agonistiká, “competitively”)
- and see: αγώνας m (agónas, “struggle, match”)
This article is issued from
Wiktionary.
The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike.
Additional terms may apply for the media files.