μεταφρασιολογία

Greek

Etymology

From μετάφραση (metáfrasi, translation) + -λογία (-logía).

Pronunciation

  • IPA(key): /me.ta.fra.si.o.lo.ˈʝi.a/
  • Hyphenation: με‧τα‧φρα‧σι‧ο‧λο‧γί‧α

Noun

μεταφρασιολογία (metafrasiología) f (uncountable)

  1. traductology, translation studies
    • 2007, Παναγιώτης Μουλλάς, Ο χώρος του εφήμερου: στοιχεία για την παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα, →ISBN, page 102:
      Σκέφτομαι πάντως ότι στις μέρες μας, όπου η μεταφρασιολογία δίνει ένα ζωτικό παρών, θα ήταν ευχής έργον ν' αναληφθεί μια συνολική έρευνα για τις μεταφραστικές αντιλήψεις και πρακτικές του 19ου αιώνα.
Declension

References

This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.