εντάξει

See also: ένταξη

Greek

FWOTD – 26 November 2017

Etymology

Univerbation of the Katharevousa phrase εν τάξει, modelled after Ancient Greek ἐν (in) τάξει (order), the latter a dative form of τάξις. Calque of German in Ordnung.

Pronunciation

  • IPA(key): /ɛnˈdaksi/
  • Hyphenation: εν‧τά‧ξει

Adjective

εντάξει (entáxei) (indeclinable)

  1. all right, in order
    Είσαι εντάξει;Eísai entáxei?Are you all right?
    Είναι εντάξειEínai entáxeiIt's OK
    Είναι εντάξει;Eínai entáxei?Is it alright?
    • 1985, Παπακωνσταντίνου Γιάννης, Ενθυμήματα, ποτισμένα με αίμα και δάκρυα, volume 1, page 43:
      Εκρινα όμως σκόπιμο, να μη μαζέψω αυγά και κοτόπουλα για τον ταγματάρχη, μια και είχα την πρόφαση ότι δεν είχα τηλέφωνο και δεν ειδοποιήθηκα για την επιθεώρησή του. Ο ταγματάρχης έκανε επιθεώρηση, τα βρήκε όλα εντάξει και έγραψε στο βιβλίο «όλα καλώς». Όταν όμως θα έφευγε και μου ζήτησε τι του έχω μαζέψει και του είπα ότι δεν είχα ειδοποιηθεί για την άφιξή του, μου έβαλε μέρες φυλακή!

Interjection

εντάξει (entáxei)

  1. all right, alright, OK

Further reading

  • εντάξει in Triantafyllides, Hidryma (1998) Λεξικό της κοινής νεοελληνικής [Dictionary of Standard Modern Greek]
This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.